Μεταξύ μας
Γράφει η ΚΟΥΛΑ ΚΑΡΑΜΗΝΑ - ΠΟΘΟΥ
♦ Για ένα κομμάτι ψωμί δε φτάνει μόνο η δουλειά…Τραγουδάω κάνοντας διάφορους συνειρμούς κι η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουνα ένα ζευγάρι παπούτσια και τσακ μου ήρθε η μελωδία από το παραπάνω άσμα. Τα παπούτσια στον καιρό της υπερκατανάλωσης, της φτώχειας, του μνημονίου, μπορεί να γεμίζουν παπουτσοθήκες, να είναι στη σειρά όλη η γκάμα χρωμάτων και πάντα κάτι να λείπει. Όχι ασφαλώς από όλους, γιατί δεν έχουμε την οικονομική ευχέρεια. Υπάρχουν όμως αρκετές οικογένειες που έχουν ντουλάπες με παπούτσια, σαν κι εκείνη τη διαφήμιση με τις μπύρες, όπου η σύζυγος δείχνει στις φίλες της τις ντουλάπες της με τα ρούχα και τα παπούτσια κι από την άλλη ο σύζυγος δείχνει τα ψυγεία με τις μπύρες κι οι κραυγές «χαράς» ακούγονται κι εγώ δεν ξέρω που. Κραυγές υστερίας δηλαδή. Κάποτε, στα παιδικά μας χρόνια καρτερούσαμε τις γιορτές Χριστουγέννων και Πάσχα για να μας αγοράσουν οι γονείς μας καινούργια παπούτσια. Στη γειτονιά, αλλάζαμε παπούτσια, εκείνα που δεν μας έκαναν τα έπαιρναν άλλα παιδιά, συχνά έβλεπες κομμένα παπούτσια με τα δάκτυλα ή τις φτέρνες έξω. Ο τσαγκάρης είχε δουλειά, να βάζει καινούργιες φόλες, να ράβει, να δημιουργεί «μόδες». Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι στα δύσκολα χρόνια που ζούμε και που έρχονται, θα ζήσουμε ξανά τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Αλλά ας μάθουν να εκτιμούν οι πολλοί, έστω και το ένα ζευγάρι παπούτσια και δε λέω για εκείνο που κοστίζει εκατό ευρώ και βάλε, αλλά αυτό που οι γονείς αγοράζουν με στερήσεις. Ναι με στερήσεις. Γιατί κάποτε είχαμε ένα ζευγάρι αθλητικά και κάναμε και σκορ στα αθλήματα. Τώρα κυκλοφορούν τόσα είδη με ανάλογες φίρμες που είναι απαγορευτικό για τις τσέπες των περισσότερων εργαζόμενων.
♦ Μεταξύ μας, επειδή η κοροϊδία, η ανεργία, η δια βίου μάθηση, ο ενοικιασμός εργαζόμενων κλπ. με παραπέμπουν σε εποχές της «Καλύβας του μπάρμπα Θωμά» κι επειδή νομίζουν οι περισσότεροι ότι όλα είναι καλά καμωμένα, μια που η επιχείρησή τους πάει καλά, ας κοιτάξουν τι χάνουν οι υπόλοιποι που δεν είναι επιχειρηματίες κι ας σεβαστούν την αγωνία τους. Δεν ξεφύτρωσαν όλοι ξαφνικά νεόπλουτοι, από κάποια στάδια περάσανε, αλλά ξεχάσανε την προέλευσή τους. Θα έλεγα, να ζητήσουνε να δούνε την ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη Ματζίν Ματζιντί, τη βραβευμένη ανθρωπιστική ταινία «Τα παιδιά του παραδείσου». Αφορά μια απλή ιστορία, ένα ζευγάρι παπούτσια που χάθηκαν. Τα παπούτσια της Ζαχρέ συγκεκριμένα που τα έχασε ο αδελφός της Αλί. Η φτώχεια δεν τους επιτρέπει να αγοράσουν άλλα. Έτσι, τα παιδιά αλλάζουν παπούτσια στο δρόμο, την ώρα που σχολά το ένα παιδί και το άλλο πάει στο σχολείο. Η λύπη κι η αγωνία των παιδιών ταυτόχρονα, να μην αργήσουν στο μάθημα, να μην αντικρίσουν το βλοσυρό βλέμμα του παιδονόμου, αλλά και τα διάφορα γεγονότα, δημιουργούν στο θεατή πλήθος συναισθημάτων. Κάποτε γίνεται στόχος ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που δίνεται σαν βραβείο, αλλά κι η συμμετοχή του φτωχού μα δυναμικού Αλί στους αγώνες.
♦ Μεταξύ μας, μια ταινία μάθημα, ή χαστούκι στους ταγούς της εξουσίας, στις οικογένειες που κυβερνούν τον κόσμο, στις υπερδυνάμεις που μας θέλουν μαριονέτες. Μια γροθιά στο στομάχι των «καραγκιόζηδων» που βγάλανε Τούρκο τον Καραγκιόζη και καμαρώνουνε κιόλας οι διάφοροι ουνεσκάδες ή κάνουν την πάπια. Με το θέατρο σκιών μεγαλώσαμε, γελάσαμε, ψυχαγωγηθήκαμε με μια δραχμή εισιτήριο κι ο μπερντές «το λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή» μας ταξίδεψε τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού κάτω από την κληματαριά, μαζί με μια φέτα καρπούζι κερασμένη από τη γειτόνισσα, λίγα ζαχαροστράγαλα και πασατέμπο και το χειμώνα με σταφίδες και σύκα ξερά. Ναι, αλλά οι ουνεσκάδες, ίσως δεν άκουσαν ποτέ για το Σπαθάρη, το Μόλα, το Βωβό, το Σπυρόπουλο και τόσους άλλους κορυφαίους Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες. Αυτούς λοιπόν, «κάτι τυπάκια που το παίζουν αυθεντία, φοράνε Τίμπερλαντ παπούτσια στη ζωή μου και με κλαρίνα μου τρυπούν τη φαντασία…» , καιρός να τους βάλει ο Λαός τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι, γιατί ο φασισμός τους είναι χειρότερος από τη μπότα του Γερμαναρά κατακτητή.



